ταρατσώνω

ταρατσώνω
ταράτσωσα, ταρατσώθηκα, ταρατσωμένος
1. κατασκευάζω ταράτσα: Ταράτσωσε το σπίτι που χτίζει.
2. συμπιέζοντας το χώμα κάνω το έδαφος ομαλό, το ισοπεδώνω: Ο χωματόδρομος ταρατσώθηκε.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ταρατσώνω — Ν [ταράτσα] 1. κατασκευάζω ταράτσα σε οικοδομή 2. καθιστώ ομαλό το έδαφος συμπιέζοντάς το 3. φρ. «τήν ταρατσώνω» τρώω πολύ και καλά, παραχορταίνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”