- ταρατσώνω
- ταράτσωσα, ταρατσώθηκα, ταρατσωμένος1. κατασκευάζω ταράτσα: Ταράτσωσε το σπίτι που χτίζει.2. συμπιέζοντας το χώμα κάνω το έδαφος ομαλό, το ισοπεδώνω: Ο χωματόδρομος ταρατσώθηκε.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.